Κινητήρες και αυτοπροστασία F-16

Στα μέσα του Μαϊου 2002, παραδόθηκαν οι πρώτοι κινητήρες F100-ΡW-229 για τα ελληνικά F-16C/D Βlοck52+, σε τελετή που έγινε στις εγκαταστάσεις της Pratt & Whitney, στο Μιτλτάουν του Κονέκτικατ, με την παρουσία εκπροσώπων της Πολεμικής Αεροπορίας. Το πρόγραμμα αφορά στην παράδοση 67 συνολικά κινητήρων για τα 60 υπό παραγγελία νέα Fighting Falcon. Ο F100 αποτελεί σήμερα τον πλέον πολυχρησιμοποιούμενο κινητήρα μαχητικών, τοποθετημένος σε όλα τα F-15 σε υπηρεσία στην USAF και σε άλλες χώρες και στην πλειοψηφία των F-16 της αμερικανικής αεροπορίας καθώς και άλλων αεροποριών που έχουν αγοράσει το αεροσκάφος της Lockheed Martin. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ότι οι περισσότερες επαναληπτικές παραγγελίες για το F-16, όπως αυτές της Ελλάδας και του Ισραήλ έχουν καταλήξει στην επιλογή του F100, έστω και εάν οι αρχικές παραγγελίες αφορούσαν αεροσκάφη με τον κινητήρα της General Εlectric.

Φωτογραφία F-16 Fighting Falcon
Σε στάση: 1 - 2 - 3 - 4
Σε πτήση: 1 - 2 - 3 - 4 - 5 - 6 - 7 - 8 - 9

Ο F100 έχει εξελιχθεί σημαντικά από την αρχική του εμφάνιση μέχρι σήμερα, κάνοντας χρήση τεχνολογιών που έχουν αναπτυχθεί για τον F119 του F-22Α και τον F135 του F-35. Σε ό,τι αφορά στην ανθεκτικότητα, η Ρ&W ολοκλήρωσε τον Αύγουστο του 2002, σε συνεργασία με Γραφείο Ανάπτυξης Συστημάτων Πρόωσης (Ρropulsion Development System Office) στην αεροπορική βάση Wright Patterson, μια από τις πιο απαιτητικές σειρές δοκιμών που διεξήχθη ποτέ σε κινητήρα αμερικανικής κατασκευής. Στην διαδικασία, την πρώτη του είδους που έχει ποτέ ολοκληρωθεί, ο κινητήρας υπέστη δοκιμασίες στις πιο ακραίες επιχειρησιακές συνθήκες, πολύ πέρα από αυτές που αναμένονται στην πραγματικότητα. Στόχος ήταν να εξερευνηθoύν τα όρια αντοχής για μελλοντικές επιχειρησιακές αλλαγές και η αποκάλυψη πιθανών καταστάσεων αστοχίας. Κατά την διάρκεια των δοκιμών, ένας κινητήρας F100 με όλες τις πρόσφατες βελτιώσεις δοκιμάστηκε για 450 ώρες με διαβάθμιση λειτουργίας "military power" ή υψηλότερη, όταν η προηγoύμενη απαίτηση ήταν για 231 ώρες. Επίσης ο F100 λειτούργησε για 85 ώρες σε μέγιστη ισχύ (350% περισσότερο από τις απαιτήσεις) και υπέστη 14.000 φορές εκκίνηση του μετακαυστήρα (4 φορές περισσότερες από τις απαιτήσεις).

Συστήματα αυτοπροστασίας

H πολυετής εκκρεμότητα για το σύστημα Ηλεκτρονικού Πολέμου (EW) των πρώτων μαχητικών αεροσκαφών F-16C/D που παρέλαβε η Πολεμική Αεροπορία έληξε με την επιλογή του Προηγμένου Ολοκληρωμένου Συνόλου Αυτο-Προστασίας (Advanced Self - Protection Integrated Suite: ASPIS) των εταιριών Litton, Raytheon και Tracor των ΗΠΑ. H απόφαση επικυρώθηκε από το ΚΥΣΕΑ στις 17 Φεβρουαρίου 1993, μετά από ομόφωνη εισήγηση του Α.Α.Σ. που συνεδρίασε μια εβδομάδα νωρίτερα. Το σύστημα ASPIS επικράτησε στην τελική φάση αξιολόγησης του Ολοκληρωμένου Συνόλου Αμυντικών Βοηθημάτων (Integrated Defensive Aids Suite: IDAS) ZEUS της βρετανικής GEC Marconi Defence Systems και της Northrop.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι το πρόγραμμα Νέων Μαχητικών Αεροσκαφών (NMA) της ΠA περιλάμβανε εξαρχής την απαίτηση εσωτερικής εγκατάστασης ολοκληρωμένου συστήματος EW αποτελούμενου από Δέκτη Προειδοποίησης Radar (RWR), σύστημα ενεργών Ηλεκτρονικών Αντι-Μέτρων (ECM) ή παρεμβολέα (jammer) Radar και σύστημα παθητικών ECM ή διανομής αεροφύλλων (chaff) και θερμοβολίδων (flares). Δυστυχώς, εκείνη την περίοδο δεν υπήρχε διαθέσιμο πλήρως ανεπτυγμένο ολοκληρωμένο σύστημα EW με δυνατότητα εσωτερικής εγκατάστασης στα αεροσκάφη F-16 και Mirage 2000 που παραγγέλθηκαν, με αποτέλεσμα τα μαχητικά να καταφθάσουν έχοντας απλά την δυνατότητα εγκατάστασης τέτοιου είδους συστημάτων στο μέλλον. Μετά από μία αποτυχημένη προσπάθεια ανάπτυξης ενός εγχώριου συστήματος αυτοπροστασίας από το Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογίας Αεροπορίας (KETA), προκυρήχθηκε διεθνής διαγωνισμός στις αρχές του 1988 και τα συστήματα που προτάθηκαν ήταν τα ASPIS και ICMS 2000.

Το σύστημα ASPIS

Το ASPIS περιλάμβανε RWR τύπου General Instrument AN/ALR-66(VH)I, δηλαδή μία αναβαθμισμένη έκδοση του AN/ALR-66(VE) της εταιρίας αυτής που διέθεταν ήδη τα αεροσκάφη A-7H, MIRAGE F-1CG, F-4E και RF-4E της ΠA. H Raytheon προσέφερε το σύστημα ενεργών ECM του ASPIS, το οποίο αναφερόταν ως βελτιωμένη έκδοση του παρεμβολέα ΔΙΑΣ (Improved: I-DIAS) που παραγγέλθηκε σε 60 μονάδες το 1980 από την Πολεμική Αεροπορία με κόστος 30.000.000 δολαρίων. Τα συστήματα αυτά εγκαταστάθηκαν σε αεροσκάφη A-7H και F-4E, ακολούθησαν όμως έντονες φήμες περί παρωχημένης τεχνολογίας και προβλημάτων συνεργασίας με τους δέκτες AN/ALR-66(VE). Στις 17 Ιανουαρίου 1992 το ΚΥΣΕΑ επέλεξε τα συστήματα ASPIS και ZEUS για τελική αξιολόγηση με κριτήρια τα τεχνικά και επιχειρησιακά χαρακτηριστικά τους, τους οικονομικούς όρους, τον απαιτούμενο χρόνο παράδοσης και εγκατάστασης, την πρόσβαση στον κώδικα του λογισμικού τους και την ελαχιστοποίηση του τεχνολογικού κινδύνου του προγράμματος. Τελικά αποφασίστηκε ο εξοπλισμός των 39 F-16C/D Block 30 της πρώτης παραγγελίας αεροσκαφών και των 40 F-16C/D Block 50 που παραγγέλθηκαν αργότερα με το σύστημα ASPIS, που κόστισε 191.700.000 δολάρια έναντι 208.000.000 δολαρίων της GEC Marconi για το σύστημα ZEUS.

Στις 09 Απριλίου 2003, η Ελλάδα υπέγραψε σύμβαση για την προμήθεια 60 συστημάτων αυτοπροστασίας ASPIS II (Advanced Self-Protection Integrated Suite) με κόστος που ανέρχεται σε 242.000.000 δολάρια. Τα συστήματα προορίζονται για τον εξοπλισμό των F-16 Block 52+ και αποτελούν τη βελτιωμένη έκδοση του συστήματος ASPIS. Η νέα έκδοση του συστήματος αποτελείται από το σύστημα προειδοποίησης απειλών ALR-93(V), τον παρεμβολέα ALQ-187 και το σύστημα αερόφυλλων ALE-47 (chaff/flare dispenser). Αξίζει να σημειωθεί ότι στο συμβόλαιο περιλαμβάνεται παραγγελία για 29 παρεμβολείς AN/ALQ-187 με DRFM και αναβάθμιση των παρεμβολέων IDIAS σε διαμόρφωση AN/ALQ-187 για τα παλαιότερα F-16 Block 30/50. Αυτό σημαίνει ότι με την ολολήρωση του προγράμματος που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2003, το σύνολο των αεροσκαφών F-16 θα εξοπλίζεται με το σύστημα ASPIS II.

Σημαντικά οφέλη θα προκύψουν και από τη συμπαραγωγή, που ανέρχεται σε ποσοστό 10% και αφορά στην κατασκευή των πομπών του παρεμβολέα με μεταφορά από την Raytheon της απαιτούμενης τεχνογνωσίας. Τα αντισταθμιστικά ωφελημάτα ανέρχονται σε 45.500.000 δολάρια και αφορούν υποκατασκευαστικό έργο ύψους 24.500.000 δολάρια με άδεια εκμετάλλευσης για δεκαπέντε χρόνια, παροχή τεχνογνωσίας, εκπαίδευσης και εξοπλισμού στις ελληνικές εταιρείες και στην Πολεμική Αεροπορία ($21.000.000). Οι ελληνικές εταιρείες που συμμετέχουν στον πρόγραμμα είναι οι: ΕΑΒ, Intracom, Sonak, ISI Hellas και Miltech SA. Για την παραγωγή του συστήματος συνεργάζονται επίσης οι εταιρείες Northrop Grumman και BAE Systems. Αξίζει να σημειωθεί ότι το πρόγραμμα κατασκευής απορριπτόμενων δεξαμενών καυσίμων για τα F-16 ανέλαβε η ΕΒΟ και θα κοστίσει 54.000.000 ευρώ.

Γ.Ανδρουλάκης - 13 Απριλίου 2003