Ελληνική αμυντική βιομηχανία

Συστηματικές προσπάθειες για την ανάπτυξη αμυντικής βιομηχανίας ξεκίνησαν στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του 1970 (αν και κάποιες εταιρείες, όπως η τότε ΠΥΡΚΑΛ, προϋπήρχαν αυτής της ημερομηνίας). Οι αντικειμενικοί στόχοι ήταν η ικανοποίηση των εθνικών στρατιωτικών αναγκών, η αύξηση της συμμετοχής των εγχώριων κατασκευαστών και ταυτόχρονα η μείωση της εξάρτησης από τους προμηθευτές του εξωτερικού. Από τεχνολογικής πλευράς, η προσπάθεια κρίνεται επιτυχής, καθώς η ελληνική αμυντική βιομηχανία παράγει μια μεγάλη ποικιλία εξοπλισμού για τις ανάγκες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Αντίθετα, η προσπάθεια εξαγωγών αμυντικού υλικού σε άλλες χώρες είχε μέχρι τώρα περιορισμένη επιτυχία.

Η οικονομική παράμετρος της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας κάθε άλλο παρά επιτυχής μπορεί να χαρακτηρισθεί. Η μικρή εγχώρια αγορά, η οποία επηρεάζει σημαντικά τη βιωσιμότητα των γραμμών παραγωγής, η υιοθέτηση αναποτελεσματικών μεθόδων διοίκησης, η σχετικά αναποτελεσματική χρήση των αντισταθμιστικών ωφελημάτων, των συμφωνιών και των Μνημονίων Κατανόησης [MoU] και τα προγράμματα στρατιωτικής βοήθειας είχαν ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο στις κρατικές εταιρείες. Αποτέλεσμα των οικονομικών ζημιών που δημιουργήθηκαν ήταν η ιδιωτικοποίηση ορισμένων εταιρειών προκειμένου να επιβιώσουν και να γίνουν εν τέλει ανταγωνιστικές.

Η γενική αντίληψη πλέον είναι πως ο μοναδικός τρόπος για να επιβιώσει η ελληνική Αμυντική Βιομηχανία είναι μέσω της συμμετοχής της σε πολυεθνικά προγράμματα συνεργασίας. Για πρώτη φορά, υπάρχει μια προσπάθεια για μακροπρόθεσμο προγραμματισμό και το δεκαπενταετές πρόγραμμα εξοπλισμών (καλύπτοντας τα έτη 2005–2020), περιγράφει όλες τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων ανεβάζοντας τις ανάγκες τους στα 52.000.000.000 ευρώ. Αυτό το μακροπρόθεσμο πρόγραμμα θα εφαρμοστεί μέσω των πενταετών προγραμμάτων (Ενιαία Μεσοπρόθεσμα Προγράμματα Ανάπτυξης και Εκσυγχρονισμού / ΕΜΠΑΕ).

Η Ελληνική Προστιθέμενη Αξία (γνωστή ως ΕΠΑ) είναι γενικά πολύ χαμηλή. Μεταξύ των ετών 1997 και 2000 το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας ανέθεσε συμβάσεις συνολικού ύψους περίπου 8.800.000.000 ευρώ και - σύμφωνα με το Υπουργείο - περίπου το 40% της αξίας αυτών των συμβάσεων κατευθύνθηκε προς την Ελληνική αμυντική βιομηχανία. Η κατάσταση γίνεται πιο δύσκολη εξαιτίας του γεγονότος ότι μέχρι πολύ πρόσφατα δεν υπήρξε καμία προσπάθεια δημιουργίας ενός μητρώου κατασκευαστών για τις εταιρίες της αμυντικής βιομηχανίας. Αυτό σημαίνει πως το Ελληνικό δημόσιο δεν είχε τρόπο να γνωρίζει ποιος ήταν ικανός να παράγει τι ακριβώς. Αυτή η κατάσταση ώθησε ουσιαστικά αρκετές φορές σε ανάθεση συμβάσεων σε ξένες εταιρίες, ακόμα και σε περιπτώσεις στις οποίες υπήρχαν Ελληνικές οι οποίες μπορούσαν να παράγουν τα ίδια προϊόντα με μεγάλη Ε.ΠΑ, χωρίς να επιβαρύνουν το ισοζύγιο πληρωμών.

Ποσοστό ελληνικής βιομηχανίας 1996-2002

Εξετάζοντας την Ελληνική αμυντική βιομηχανία είναι αξιοπρόσεκτο πως χαρακτηρίζεται από ένα καίριο δυϊσμό μεταξύ των κρατικών εταιριών από τη μία και των ιδιωτικών κατασκευαστών από την άλλη. Σε όρους καθαρής αξίας, εσόδων και προσωπικού, οι ιδιωτικές εταιρίες είναι κατά μέσο όρο πολύ μικρότερες από τις τρεις δημόσιες, δηλ. την ΕΑΒ, την ΕΑΣ (συγχώνευση της ΕΒΟ και της ΠΥΡΚΑΛ) και την ΕΛΒΟ. Από την άλλη πλευρά, όμως, οι ιδιωτικές εταιρίες είναι κερδοφόρες επιχειρήσεις, ενώ οι κρατικές υποφέρουν από χρόνιες και συνεχείς ζημίες.

Οι εταιρίες που δραστηριοποιούνται στο χώρο της άμυνας εξάγουν ένα σημαντικό τμήμα της συνολικής παραγωγής τους. Με δεδομένα του 2002, ποσοστό 74% των εταιριών εξάγουν μέρος της παραγωγής τους, ενώ για το 28% αυτών, οι εξαγωγές αποτελούν πλέον του 25% του κύκλου εργασιών τους. Στην πραγματικότητα, για το 11,5% των εταιριών οι εξαγωγές αποτελούν περισσότερο του 80% του κύκλου εργασιών τους. Αυτό σημαίνει πως πολλές εταιρίες δεν είναι άμεσα εξαρτημένες από τις ελληνικές αμυντικές δαπάνες αλλά είναι τεχνολογικά και εμπορικά συγκριτικά αυτόνομες. Περαιτέρω ενίσχυση της θέσης της ελληνικής βιομηχανίας προϋποθέτει σημαντικές αναδιαρθρώσεις με χρηματοοικονομική εξυγίανση, συγχωνεύσεις κρατικών βιομηχανιών με στόχο τη δημιουργία οικονομιών κλίματος, καθώς και αποκρατικοποιήσεις. Παράλληλα, προωθείται η συνεργασία μεταξύ ελληνικών και ευρωπαϊκών αμυντικών βιομηχανιών στη συμπαραγωγή οπλικών συστημάτων που πρόκειται να προμηθευθούν οι ελληνικές, αλλά και ξένες ένοπλες δυνάμεις

Οι προοπτικές της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας είναι συνυφασμένες με τη διαμόρφωση της αγοράς αμυντικών προϊόντων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα κληθούν να εναρμονίσουν τις αμυντικές στρατηγικές τους σε μια προσπάθεια ισχυροποίησης των αμυντικών βιομηχανιών. Αυτή η προοπτική απαιτεί ταχύτατη αναδιάρθρωση των ελληνικών επιχειρήσεων με κύριο στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, έτσι ώστε να μπορούν να αντεπεξέλθουν στον αυξημένο ανταγωνισμό που θα προκύψει από το άνοιγμα της αγοράς αμυντικού υλικού. Το φαινόμενο των ζημιογόνων ισολογισμών για τις κρατικές αμυντικές βιομηχανίες πρέπει να αντιμετωπιστεί για να πάψει η επιβάρυνση του δημοσίου χρέους.

Οικονομικός Ταχυδρόμος - 8 Μαρτίου 2003